ἐκγίγνομαι


ἐκγίγνομαι
ἐκ|γίγνομαι рождаться, возникать из чего, происходить от кого

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐκγίγνομαι" в других словарях:

  • εκγίγνομαι — ἐκγίγνομαι (Α) 1. κατάγομαι από κάποιον 2. είμαι παιδί κάποιου 3. έρχομαι στη ζωή 4. προέρχομαι, παράγομαι 5. (για χρόνο) περνώ 6. απρόσ. α) επιτρέπεται, παραχωρείται («ἵν ἤν σὺ βούλῃ τὸν ἄνδρα κολάσαι τουτονί, σοὶ τοῡτο μή ἐκγένηται», Αριστοφ.)… …   Dictionary of Greek

  • ἐκγεγαῶτα — ἐκγίγνομαι to be born of perf part act neut nom/voc/acc pl ἐκγίγνομαι to be born of perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγεγαώς — ἐκγίγνομαι to be born of perf part act masc nom/voc sg ἐκγίγνομαι to be born of perf part act masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγεγονότα — ἐκγίγνομαι to be born of perf part act neut nom/voc/acc pl ἐκγίγνομαι to be born of perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγενησόμενον — ἐκγίγνομαι to be born of fut part mid masc acc sg ἐκγίγνομαι to be born of fut part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγενομένων — ἐκγίγνομαι to be born of aor part mid fem gen pl ἐκγίγνομαι to be born of aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγενόμενον — ἐκγίγνομαι to be born of aor part mid masc acc sg ἐκγίγνομαι to be born of aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγέγονε — ἐκγίγνομαι to be born of perf imperat act 2nd sg ἐκγίγνομαι to be born of perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγίνου — ἐκγίγνομαι to be born of pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐκγίγνομαι to be born of imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγεγαυῖα — ἐκγίγνομαι to be born of perf part act fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγεγαυῖαι — ἐκγίγνομαι to be born of perf part act fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)